Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2014

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Δεκαετία του ογδόντα. Εκεί που οι γυναίκες ήταν ερωτικές, φόραγαν αθλητικά σορτσάκια, και είχαν όμορφες καμπύλες χωρίς να μοιάζουνε χοντρές. Ο ήλιος έλαμπε γυμνός, η μουσική ήταν δυνατή και γεμάτη υποσχέσεις όπως και η κάθε ημέρα, και ένας αέρας ανανέωσης που ακόμα και αν έμοιαζε να έρχεται από αόρατους κινέζικους πλαστικούς ανεμιστήρες έφτανε για να τροφοδοτήσει έναν πνεύμονα ζωής.
Ήταν όμως στα αλήθεια έτσι η απλά ζούσαμε σαν τυφλοί ακόλουθοι μιας εποχής από ανάγκη για να ζήσουμε και εμείς το ίδιο έργο με τους “έξω”, έστω και σε χαμηλής ποιότητας αντιγραμμένης βιντεοκασέτας?
Ακόμα και έτσι όμως τα πράγματα έμοιαζαν σχεδόν γοητευτικά, μέσα από ένα θολό μεν αλλά ξεχωριστό πρίσμα, ακόμα κι αν ήμασταν μακριά από τις αποστειρωμένες εικόνες που έστελνε η μακρινή Αμερική και η Ευρώπη. Και εμείς τι ήμασταν, πάνω η κάτω, δεξιά η αριστερά, όλα η τίποτα?
Η μήπως μια πλάνη από ένα συνονθύλευμα του “ξένου” με το σκυλάδικο, του λαμογιού της αρπαχτής με τον φιλότιμο μεροκαματιάρη, και του παλικαριού με το καθαρό κούτελο και τα βαριά αρχίδια που ήταν αγκαλιασμένο και εναρμονισμένο με την ψυχολογία της μάζας, που άμα λάχαινε στην στρατιωτική του θητεία θα πήδαγε και τον πούστη του λόχου, γιατί όσο να’ναι αυτός είναι και άντρας!
Οι δύσκολες ερωτήσεις κάποιες φορές έχουν και αιχμηρές απαντήσεις, η τουλάχιστον κάποιες που έχουν προκαλέσει έστω και λίγο πονοκέφαλο. Σε μια γενιά που μεγάλωνε δίχως παιδία και βλέποντας φτηνές στο πνεύμα ταινίες που κορόιδευαν την εκπαίδευση, η οποία έτσι κι αλλιώς όπως προσφερόταν ήταν για μικρά μυαλά, όπως μικρά ήταν και των δήθεν εκπαιδευτικών, πώς περιμένεις να ξεπλυθεί το κάρβουνο.
Αυτό το ίδιο κάρβουνο που αρνιόταν να καταναλώσει γιατί μπούχτισε, ο γνωστός ηθοποιός -ήρωας- του λαού σε παλιές ελληνικές ταινίες, κόβοντας αμέτρητα αριθμημένα κομμάτια χαρτιού, πληρωμένα με ιδρώτα από το μεροκάματο αδαών και απαίδευτων απλών ανθρώπων εμπρός από τα γκισέ των συνοικιακών κινηματογράφων.
Τώρα όμως είναι τα 80s’. Ο απόηχος της δικτατορίας μοιάζει μακρινός όπως και οι υποστηρικτές της, νοσταλγοί πια, που ακόμα και στις τώρα μέρες θαρρείς περισσότερο από ποτέ  ακούγονται να μονολογούν σε κάθε τι που νιώθουν να απειλεί την βολεμένη σχέση τους με αυτό που αυτοί αποκαλούν ζωή «που είσαι Παπαδόπουλε…»
Που να’ταν, στην φυλακή ήταν, και θα καθόταν βολεμένος για καιρό, καθώς ο εθνικός σωτήρας μας με τα μεγάλα φρύδια μαζί με την αμαρτωλή του συνοδεία στην αρχή για ορεκτικό, και μετέπειτα η αντιστοίχου θεατρικής επιθεώρησης χαρακτήρα σοσιαλιστική πανδαισία του πασοκ για το κυρίως γεύμα, έγραφε στην επιχρυσωμένη δεκαετία της τα άπαντα του ελληνικού ότι να’ναι. Όμως το δεκαεφτάχρονο αγόρι δεν ήταν φυλακή, έτσι νόμιζε τουλάχιστον. Μέρα με τη μέρα, μήνα με τον μήνα, έστω και με ένα μυαλό μπερδεμένο από την απειρία και την έλλειψη ζούσε το προσωπικό του σινεμά. Η κάθε μέρα και ένα έργο, έστω και σαν μετεξέλιξη του χθεσινού. Όλα τρέχανε πιο γρήγορα και από την σκιά του, και αυτό προσπαθούσε να αρπάξει ότι του επιτρεπόταν και ότι του άρεσε μαζί. Όχι από συνείδηση αλλά από ένστικτο. Και όπως τα μεσημεριανά φθινοπωρινά χρώματα της ημέρας ζέσταιναν την καρδιά του, έτσι και τα βράδια του σκοτεινά και μεθυσμένα κέρναγαν με θρησκευτική ευλάβεια τις ζωτικές του λειτουργίες. Ήταν η κάθε μέρα, η πιο σωστά, η κάθε νύχτα που γέμιζε με ανούσιο χρόνο και κενά σημεία το μυαλό του, και μελλοντικές ρυτίδες σκληρές σαν χαρακιές την αδειανή του ύπαρξη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου