Από πολύ μικρός
είχε νιώσει τα αποτελέσματα μιας αυτόβουλης μεθυστικής νόσου να πλημυρίζουν το είναι του. Να το διαβάλουν
και να το ξεσκίζουν σαν άγρια σκυλιά που μάχονται για λίγη ματωμένη σάρκα. Χωρίς
απάντηση και αίτια, έτσι απλά. Aναρχικα και απολυτα, χωρίς κανενα έλεος, επιβολη ανευ
οριον με ανεξέλεγκτη μανία σε κάθε κύτταρο του παιδικού κορμιού του.
Ήταν τότε, στην
πρώτη τάξη του δημοτικού σχολίου, κάθε φορά που στο προαύλιο συναντούσε την Ρινούλα
η άγουρη καρδιά του έκανε λες και θα’σπαγε από το ξάφνιασμα, χωρίς καλά καλά να
ξέρει το γιατί. Ο φόβος του αγνώστου φερμένος απ’το άγνωστο κι’αυτός. Το κάτι που
τον έκανε να τρέχει μακριά της και σχεδόν να κρύβεται. Μα τώρα που μεγάλωσε μήπως
είναι αλλιώς? Και αν είναι αλλιώς, μήπως στο βάθος παραμένει η ίδια απειλή, το
αίσθημα του φόβου στην σκέψη να απελευθερώσει το υπέρτατο αυτό που αισθάνεται
προς την όποια Ρινούλα, τον δεκαεπτά του
πια χρονών? Και γιατί απειλή? Μήπως η αγάπη σαν μια λίμνη με γαλαζοπράσινα κρυστάλλινα
νερά που καθρεπτίζουν τον παράδεισο, γίνει ωκεανός χαώδης και αδιάβατος, και
στην στιγμή τον πνίξει στα μαύρα άπατα νερά του? Όταν γνωρίσεις την δύναμη του κτήνους
πώς να κοιμάσαι ήσυχος σαν έρθει το σκοτάδι? Κι όλα να σμίγουνε στην σκέψη σου με
την σαθρή και ακέφαλη ασχήμια μιας απόρριψης. Μα είπαμε, αυτός, ο έρωτας, είναι
ο απόλυτα αναρχικός, και έτσι όπως απρόσκλητος θα έρθει, έτσι και μέσα σου θα
ζει αδιαφορώντας, ακόμα και σ’αυτό!
Καθώς τα χρόνια
έτρεξαν εμπρός, με την σειρά της και αυτή, μια φίλου του η αδελφή πήρε την ίδια
θέση στην ψυχή του. Καλλίγραμμη και θηλυκή, με εφόδια τα όμορφα σπαστά μαλλιά
και τα λαμπερά καφέ της μάτια. Την έβλεπε το καλοκαίρι, γέννημα θρέμμα του ογδόντα,
με το λευκό κοντό σορτσάκι της, τις γλυκές ευγενικές καμπύλες που ζωγράφιζαν
στο λευκό πουκάμισο της τα ζαχαρένια στήθη της, και τα καλοσχηματισμένα πόδια
της που κατέληγαν στα λεπτά στιλάτα πέδιλα της. Τα δάκτυλα των ποδιών της μόνο,
σαν μια μικρή αυθάδικη παραφωνία ήταν κάπως σαν στραβά, λες και το ένα
προσπαθούσε να μπλεχτεί με το αποδίπλα του. Άξιο απορίας έμοιαζε γι’αυτόν, πώς άραγε
ήταν δυνατό, και πόσο θρασύς ήταν αυτή η ανακολουθία των λοιπόν χαρακτηριστικών
της. Κι όμως διόλου δεν τον πείραζε, γιατί αυτός αυτήν κρατούσε στα σφιχτά, μέσα
στο είναι του μπλεγμένη. Μα όμως όχι, δεν μιλούσε παραπάνω. Μόνο δήθεν φιλικά
και κάπως μετρημένα ήταν τα φερσίματα του, καθώς κρατούσε μέσα του αυτός καλά τον
φυλαγμένο έρωτα του. Η έτσι νόμιζε τουλάχιστον, γιατί πόσο να κρυφτείς από κάτι
που τόσο επιβάλετε σε εσένα. Μια γυναίκα ίσως μπορεί να δει αν θέλει, πολλά απ’ότι
εμείς οι ‘δυνατοί’ στα λόγια μόνο, νομίζουμε πως κρύβουμε. Η μπόρα δεν άργησε
να έρθει, σαν καταιγίδα φθινοπώρου, που μαζί με τον απόηχο της ζέστης του καλοκαιριού,
σε σπρώχνει στα δροσερά μα βρώμικα νερά της, και σε βυθίζει σε ένα όνειρο αλήθειας
που θα ικέτευες να ήταν εφιάλτης. Ο φίλος ο παλιός του, αυτός που για χρόνια είχε
παρέα, σε στιγμές ευχάριστες μα και προδοτικές μαζί, του είπε τα μαντάτα,
- ο Τάκης, τη
πήρε με το αμάξι του για βόλτα στο βουνό το βράδυ, και μέσα εκεί την πήδηξε! Με
μια καπότα που είχε κρύψει σε μυστικό μέρος του ταμπλό…
Πόσο φτηνή
του φάνηκε με αυτά τα μαύρα νέα. Και πόσο βάρος ένιωσε να αφήνουν εκείνες οι πικρές
και λίγες λέξεις. Μια μαχαιριά στο στήθος που άφησε αυτόματα πληγή, γεμάτη σήψη.
Μα όταν τα δάκρυα στέγνωσαν, και οι καιροί περάσαν, σκέφτηκε, και ζύγισε με ζύγια
και απ’τις δυο μεριές. Γιατί να’ταν αυτή, που αυτός σε εκείνη έβλεπε? Η έξυπνη
και αμόλυντη παρθένα στην ψυχή. Η ικανή να κρίνει αν σ’αυτόν που θα δοθεί, θα
το αξίζει κι όλας.
Άλλωστε το’χε
πια καταλάβει με τα χρόνια, ότι και ο ίδιος δε ήταν ικανός για τίποτα, πέρα από
την ακατέργαστη δύναμη του κτηνώδη έρωτα του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου