Τα αγόρια μίλαγαν επάνω της και έπιναν από δυο μεγάλα μπουκάλια Αμστελ. Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού έμοιαζε μεγαλύτερος καθώς ήταν και αρκετά κοντοκουρεμένος γιατί υπηρετούσε την θητεία του. Όχι κάπου μακριά, αντιθέτως είχε μετατεθεί εδώ και λίγους μήνες σε κάποιο στρατόπεδο σχετικά κοντά στο κέντρο της Αθήνας. Σε αντίθεση από τον άλλον που έδειχνε πιο εσωστρεφής, αυτός έμοιαζε να βρισκόταν σχεδόν σε μια εύφορη μα και αναίτια ένταση. Τα μάτια του έλαμπαν στο χαμηλό φως του δωματίου, καθώς με μια απότομη του κίνηση έριχνε που και που γελώντας στην μπύρα του μπλε οινόπνευμα από ένα πλαστικό μπουκάλι. Ένα αυτοσχέδιο ενισχυτικό των οκτανίων της ανθρώπινης βενζίνης για τους εραστές των μηχανοκέφαλων πιομάτων. Κάποια στιγμή ο ιδιοκτήτης του σπιτιού είπε με νόημα στον άλλον,
-Αύριο μετά την έξοδο μου από το στρατόπεδο θέλω να συναντηθούμε, να έχεις και τ’αμάξι…
Ο φίλος του των ρώτησε με περιέργεια,
-Γιατί, τι θέλεις να κάνουμε?
(Τότε θέλοντας και μη άρχισε να γίνεται περισσότερο αποκαλυπτικός)
-Στο στρατόπεδο, μέσα σε ένα τζιπ, είδα ένα G3 που είχε σπάσει λίγο το κοντάκι του και θα το πήγαιναν μάλλον για επισκευή. Ε, το πήρα, το τύλιξα σε κάτι πανιά και όταν πήγα για σκοπιά στην άκρη της μάντρας που συνορεύει με τον δρόμο το πέταξα μέσα στα ξερά χόρτα!
(Έκπληκτος ο φίλος του, μην πιστεύοντας αν αυτά που ακούει είναι όντως λόγια αλήθειας, η ακόμα μια ανούσια πλάκα σαν κι αυτές που συνήθιζε να εξιστορεί χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία του απάντησε)
-Τι λες ρε? Και αν σε είδαν, αν κάποιος το βρει, τι θα γίνει?
-Ποιος μωρέ να το δει, μέσα στα χόρτα?
-Μα είναι δρόμος περνάνε τόσα αυτοκίνητα από δίπλα
-Σιγά, δεν τρέχει τίποτα μωρέ
Παρόλο τους μικροδισταγμούς του, μετά από λίγη ψιλοκουβέντα δεν ήθελε και πολύ για να πειστεί για να του κάνει τον μεταφορέα του πυροβόλου όπλου. Κάτι η περιέργεια, κάτι η νεανική απερισκεψία που ερωτοτροπεί θανάσιμα με την ανοησία, και το επόμενο απόγευμα τους βρήκε μέσα σε ένα πορτοκαλί Σκόντα να προσελκύουν το πεζοδρόμιο κοντά στην μάντρα του στρατοπέδου. Η κίνηση του δρόμου δεν ήταν και ιδιαίτερα μεγάλη, μόνο κάποια αυτοκίνητα περνούσαν αραιά, αλλά παρόλα αυτά τα συναισθήματα της ανασφάλειας και του άγχους ήταν παρόντα. Αφού το αυτοκίνητο ανέβηκε με τις δυο πλαϊνές του ρόδες επάνω στο πεζοδρόμιο, ο φαντάρος ρίχνοντας μια δυο βιαστικές ματιές τριγύρω βγήκε και χώθηκε σαν αίλουρος μέσα στα ξερά χόρτα και τα μικρά πουρνάρια που υπήρχαν ανάμεσα στον δρόμο και στην μάντρα του στρατοπέδου. Μια μικρή νεκρή ζώνη, που διαχώριζε την κοινή καθημερινότητα από μια στρατοκρατουμένη κατάσταση. Σχεδόν χωρίς πολύ κόπο εντόπισε τον στόχο του. Αφού έσκυψε κρύβοντας τις ενέργειες του μέσα στα πυκνά χόρτα, χωρίς να καθυστερήσει για πολύ ήρθε και πάλι πίσω κρατώντας ένα μακρόστενο τυλιγμένο πανί, που από τον όγκο του φαινόταν ότι κάτι ογκώδες είχε μέσα. Ο φίλος του είχε ήδη ανοίξει το πορτ μπαγκάζ, το οποίο ήταν στο μπροστινό μέρος του αυτοκίνητου και άνοιγε κάπως ιδιαίτερα, με ένα συγκεκριμένο και κάπως ανορθόδοξο τρόπο, από το πλάι, σαν πιάνο με ουρά.
Βάζοντας το μέσα το έκλεισαν βιαστικά, και μπαίνοντας σχεδόν πηδώντας στο αυτοκίνητο ξεκίνησαν στα γρήγορα, μα προσπαθώντας να μην δώσουν στόχους υποψίας, καθώς μερικά αυτοκίνητα είχαν αρχίσει να περνούν συχνότερα από δίπλα τους και ο φόβος είχε αρχίσει να γίνετε ακόμη μεγαλύτερος. Σε πολύ λίγο είχαν πάει στο σπίτι. Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού όχι μόνο δεν προσκάλεσε τον φίλο του για να περιεργαστούν το επικίνδυνο αυτό λάφυρο παρέα, αλλά ούτε καν του το έδειξε. Απλά κατέβηκε από το αυτοκίνητο και πέρασε την πόρτα του σπιτιού μόνος του με αυτό στα χέρια, σαν υπνωτισμένος. Παρόλα αυτά ο φίλος δεν του κράτησε κακία. Άλλωστε ήξερε ότι ο φαντάρος ήταν ιδιότροπος και κάπως περίεργος στους τρόπους του, και παρόλο που ο ίδιος ήταν σχετικά ευαίσθητος σε άσχημες συμπεριφορές η και πειράγματα, είχε μάθει πια τι να περιμένει από τους φίλους του. Ήταν αυτός και ένας από τους λόγους που πέρναγε τον περισσότερο χρόνο μόνος, απαλλαγμένος από την εξάρτηση κάποιας παρέας που συχνά απαλλοτρίωνε τον χαρακτήρα, και άφηνε στην ψυχή κρυφές πληγές για αντάλλαγμα. Άλλωστε, η αλήθεια ήταν ότι τα χνώτα τους δεν ταίριαζαν και ιδιαίτερα στο βάθος. Έκαναν απλά μια σύντομη χρονικά παρέα, βασισμένη σε συγκυρίες χωρίς κάποιο σκοπό και έννοια. Ο καιρός λοιπόν περνούσε και οι δυο τους άρχισαν να απομακρύνονται. Κάτι οι άδειες και οι έξοδοι του φαντάρου, κάτι η αποστασιοποίηση του φίλου από εικόνες και σχέσεις που τον άφηναν κενό, έκαναν σπάνιες τις όποιες συναντήσεις τους. Μόνο μια με δυο φορές, άκουσε από κάποιον κοινό τους φίλο, ότι δίπλα από το σπίτι που ήταν ένα τυφλό χωράφι, χωρίς δρόμους, έριχνε ριπές και πυροβολούσε γκριζόμαυρα ηλικιωμένα ελιόδεντρα. Σε λίγους μήνες είχε μπει πια το φθινόπωρο, με βλέμμα σκληρό σαν το καρφί για τον χειμώνα. Ο φίλος με το Σκόντα περνούσε πολλά από τα βράδια του μέσα στην ομίχλη του παρακμιακού ροκάδικου της Όμπρε. Ένα απ’αυτά, μέσα σε μπύρες, τσιγάρα, και κρύα ντεσιμπέλ σαν ραγισμένους πάγους, ένας γνωστός του είπε,
-Ρε συ, ο φαντάρος αυτοκτόνησε! Τον βρήκανε νεκρό πριν λίγο!
Καμιά φορά νιώθεις ότι η δύναμη της θλίψης δεν φτάνει να συναγωνιστεί την έκπληξη, η προφανώς και το αντίθετο. Πολύ γρήγορα το ίδιο βράδυ, αυτός μαζί με μια μικρή παρέα από φίλους και γνωστούς, πήγαν με το αυτοκίνητο κοντά στο σπίτι απέναντι από τα ψηλά κυπαρίσσια. Η ώρα ήταν αρκετά μετά τα μεσάνυκτα, αλλά κάτι φώτιζε με νόημα απ’εξω. Ένα περιπολικό της αστυνομίας ήταν παρατημένο πρόχειρα, καθώς και ένα σκουρόχρωμο όχημα, μάλλον της στρατονομίας. Βλέπεις εκτός του ότι ήταν φαντάρος, το όπλο που έγραψε τον επίλογο της σύντομης αυτής βόλτας του, ήταν ιδιοκτησία του ελληνικού στρατού, και ίσως ήταν δηλωμένο σαν κλεμμένο. Η μήπως όχι? Έτσι κι αλλιώς ήταν μια δύσκολη κατάσταση, που μέσα στο όλο μπέρδεμα πολλά θα βόλευαν να αποσιωπηθούνε για να αποφευχθούν ευθύνες. Η παρέα δεν πλησίασε κοντά, κρατώντας μια απόσταση ασφαλείας. Μετά από λίγο ένα ταλαιπωρημένο σκουρόχρωμο Φορντ Γρανάδα πλησίασε στον δρόμο, και στρίβοντας σταμάτησε έξω από το σπίτι, δίπλα σχεδόν από το περιπολικό. Μέσα σε περίπου ένα τέταρτο της ώρας, δυο άντρες έβγαλαν κουβαλώντας κάτι μακρύ από την εξώπορτα, και το φόρτωσαν όπως όπως μέσα στο σκοτάδι στο πορτ μπαγκάζ του Φορντ. Αμέσως το αυτοκίνητο ξεκίνησε, και τότε η παρέα ξεκίνησε και αυτή με κάποια σχετική απόσταση πίσω του. Η ένταση έσπρωχνε δυνατά την περιέργεια, και τους παρακινούσε να εμπεδώσουν την εικόνα με μεγαλύτερη σαφήνεια. Καθώς ο δρόμος πέρναγε κάτω από μια παλιά ξύλινη κολώνα που στην κορυφή κρεμόταν μια κιτρινισμένη λάμπα με ένα σκουριασμένο στραβωμένο γείσο από πυροβολισμούς, αντίκρισαν το πορτ μπαγκάζ του Φορντ καθώς ήταν μισάνοικτο. Μια κάσα έξεχε, σχεδόν ολόκληρη απ’εξω. Ένα γκροτέσκο θέαμα, που έμοιαζε τόσο τραγικό όσο και αστείο. Καθώς η όραση τους άνοιγε καλύτερα στην νύχτα, αντίκρισαν ακόμη μια παράξενη εικόνα. Το καπάκι από την κάσα ήταν λίγο ανοικτό, σαν να το εμπόδιζε κάτι για να κλείσει. Πριν προλάβει να ψελλίσει κάποιο σχόλιο ο φίλος με το Σκόντα, ένιωσε με μαζοχιστικό τρόπο, αυτό το κάτι να βιάζει στιγμιαία τα συναισθήματα του. Ήταν μια μπότα, που κρεμόταν από το πόδι του αυτόχειρα φαντάρου, και που αντιστεκόταν στο να φύγει. Έμενε για να δεσπόζει εκεί, μεταξύ των δυο κόσμων, και να προσφέρει μια μακάβρια μα και ατόφια εικόνα στους πλανόδιους θεατές. Η παρέα αυθόρμητα ξέσπασε σε ένα νευρόσπαστο ψυχρό γέλιο, χωρίς ενοχή η ευθυμία. Μετά από λίγο έχασαν το Φορντ, και χάθηκαν και αυτοί στα σπίτια τους. Ύστερα από λίγες μέρες διάφορα μαθεύτηκαν. Είπαν μάλλον ότι κάτι τον είχε πειράξει. Ότι κάποιο κορίτσι κοντά στο σπίτι του τον είχε απορρίψει. Κάτι που ακουγόταν κάπως παράξενο για αυτόν, καθώς δεν μπορούσες να υποψιαστείς αν οι ευαισθησίες του έφταναν με τέτοιο τρόπο και σε τόσο βαθειά μονοπάτια της ψυχής του, η απλά και μόνο εκδήλωσε με την πράξη του αυτή μια κυνική μα και τυφλή απαξίωση για την ζωή του, αδιαφορώντας και χωρίς καμία αίσθηση του φόβου. Όπως και να’χει οι τελευταίες του στιγμές ήρθαν μαζί με το πικάπ να γυρνάει ένα δίσκο. Το καπάκι του ήταν κατεβασμένο, και επάνω του ήταν όρθιο το εξώφυλλο που ακούμπαγε την πλάτη του στον τοίχο. Ανώφελη επιβίωση, ήταν ο τίτλος του. Η πρώτη ριπή του όπλου διέλυσε το εξώφυλλο, και οι σφαίρες που πρόλαβαν να φύγουν σφηνώθηκαν μέσα στα παλιότουβλα του τοίχου. Η δεύτερη ριπή τρύπησε τον ουρανίσκο του και διαπέρασε το μυαλό του, ανοίγοντας έναν διάδρομο στο άγνωστο για αυτόν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου