Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014

1. ΟΙΚΟΣ ΑΝΟΧΗΣ


Το δεκαεξάχρονο παιδί αντίκρισε ένα δωμάτιο με σκούρο και στενάχωρο κλειστοφοβικό διάκοσμο που αναδυόταν μια δυσδιάκριτη πικρόγευστη μυρωδιά. Χωρίς ζωντάνια στην ψυχή του κάθισε στο παλιό κρεβάτι με τα βρώμικα σεντόνια. Όσο περίμενε παρατηρούσε το παλιό μουχλιασμένο νεοκλασικό με τους ψηλοτάβανους υποφωτισμένους τοίχους. Δεν ήταν η πρώτη φορά που έμπαινε σε τέτοια σπίτια, και σίγουρα όχι τουλάχιστον για τότε η τελευταία. Είχαν μια αλλιώτικη, παράξενη γοητεία, παιχνιδιάρικη μα ταυτόχρονα και φοβική μαζί. Καμία επαφή και σχέση με τα σημερινά αποστειρωμένα εταιρικά αιδία από τσιμέντο που προμοτάρονται από καθώς πρέπει καλοσχεδιασμένες ιστοσελίδες.
Αυτά ήταν απλά εκεί λες και ήταν από πάντα, αφημένα σε ένα κόσμο, τον δικό τους, μα και για έναν άλλο κόσμο που συνήθιζε να τα επισκέπτεται. Έβρισκες διαφορετικές παρέες νεαρών, φαντάρους, εφήβους, φοιτητές, η ακόμα και αρκετά μεγαλύτερης ηλικίας γερασμένους άντρες που έψαχναν μια γρήγορη και προσιτή διείσδυση του γερασμένου πέους τους στα ρηχά ζεστά νερά κάποιας κοντινής και δεκτικής σαρκικής παραλίας με εύκολη πρόσβαση και παρκινγκ.   
Οι εργαζόμενες γυναίκες διαφορετικές αλλά και τόσο ίδιες, μα και κάποιες σπανιότερα με κάπως πιο ιδιαίτερη προσωπικότητα. Όλες ελληνικής εθνικότητας, ξένη ούτε καν για δείγμα, η χαρά της Χρυσής Αυγής.
 Σχετικά σύντομα μπήκε στο δωμάτιο που ήταν το παιδί η γυναίκα. Ήταν κάπως άχρωμη και η κίνηση της ήταν ήρεμη αλλά και κάπως περίεργη μαζί. Χωρίς καθόλου λόγια και με ένα πρόσωπο γεμάτο από ένα αφοπλιστικό κενό κάθισε δίπλα του και άρχισε να τον αγγίζει. Τυπικά και προγραμματισμένα. Σύντομα έκαναν έρωτα. Ο έρωτας που στην αποκρυπτογράφηση της ανάγνωσης του κάθε γράμματος της λέξης του μοιάζει προερχόμενος από μετεμψύχωση πρόχειρης ταμπέλας σε οικοδομή εργολάβου της παλιάς σχολής. Τίποτα διαφορετικό από τα αναμενόμενα δηλαδή. Μόνο που αν κάποιες άλλες φορές υπήρχαν οι όποιες τέλος πάντων ερωτικές υποκριτικές ικανότητες έστω εκ του προχείρου, εδώ ήταν απόλυτα απούσες. Η γυναίκα δεχόταν βέβαια αδιαμαρτύρητα την πράξη χωρίς καμία ένδειξη ενόχλησης αλλά και χωρίς να εκδηλώνει κάποιο δείγμα ζεστασιάς.
Το παιδί δεν ήταν απότομο στους τρόπους, κάθε άλλο, αλλά ούτε και εντελώς κρύο και αμέτοχο. Όμως η ίδια η ατμόσφαιρα αντανακλούσε σαν τον καθρέπτη επάνω του, και έκανε το μέσα του να νιώθει στεγνό και μουδιασμένο. Παρ’όλα αυτά προσπαθώντας να ενώσει κάποιο αγεφύρωτο κενό γυρόφερνε τα χέρια του και την ψυχή του στο μαλακό ανοιχτόχρωμο κορμί της, και άγγιζε απαλά τα στήθη της νιώθοντας τις ρόγες της ανάμεσα στα δάκτυλα του καθώς προσπαθούσε να τραβήξει μέσα του κάποιες στιγμές, κάποιες σταγόνες επαφής. Τότε καθώς βρισκόταν από πίσω της τα μάτια του έπεσαν επάνω στους γοφούς της. Μια χαρακιά, στην πίσω δεξιά πλευρά, τόσο βαθειά ώστε μετά από το πέρασμα των χρόνων να είναι ακόμα και για πάντα εκεί, και να θυμίζει ιστορίες για τους καιρούς που έβρεχε με αίμα σε κάποιους γκρίζους χειμώνες της γυναίκας. Όταν τελείωσε το όλο πράγμα και η γυναίκα εξαφανίστηκε σαν δια μαγείας το παιδί ντύθηκε και βγήκε από το δωμάτιο. Περνώντας στο χολ που ήταν το ίδιο σκοτεινό παρατήρησε στο βάθος μια παλιά μπανιέρα. Καθώς δεν υπήρχε κάποιος τοίχος για εμπόδιο είδε την ίδια γυναίκα να στέκετε γυμνή μέσα σε αυτήν. Η βάρδια της μόλις είχε τελειώσει. Εκείνη έτριβε το σώμα της με ένα παλιό σφουγγάρι, που όσο και αν το πίεζε επάνω της δεν κατάφερνε να βγάλει από αυτό μια πλούσια σαπουνάδα. Δεν ήταν σαν την σαπουνάδα που έβλεπες στα γυαλιστερά εξώφυλλα των περιπτέρων με τα μοντέλα στις αστραφτερές μπανιέρες, ούτε και στα διαφημιστικά σποτ των νεοφώτιστον λεωφόρων της δεκαετίας του 80, που στο πλάι τους εκεί που τελείωνε ο δρόμος κούρνιαζαν κάθε λογής πλαστικά και χάρτινα σκουπίδια.
Ήταν η δήθεν, η πρόχειρη, και έμοιαζε με αυτή που μάταια προσπαθούσε να ξεπλύνει τις βρωμιές των περασμένων δεκαετιών, μιας χώρας που ήταν καταδικασμένη από τους ίδιους τους πολίτες της, προδότες και αυτόχειρες μαζί, να οδηγηθεί με μαθηματική ακρίβεια προς την αυτοκαταστροφή.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου