Θητεία, μια λέξη που σε κάποιες χώρες είναι συνώνυμη με την λέξη στρατός. Μετά από δυο αναβολές, η πρώτη ενός έτους και η δεύτερη για δυο, τα περιθώρια για μια τρίτη χωρίς ολοκληρωτική απαλλαγή έμοιαζε αδύνατη. Δεν ήταν εύκολο όμως αυτό, καθώς το να διαφύγει κανείς από αυτή την καταναγκαστική υποχρέωση παρέπεμπε στον εγκλεισμό του σε δημόσιο στρατιωτικό νοσοκομείο, καθώς και αρκετή υποκριτική ικανότητα από τον υποψήφιο δραπέτη, που στο τελείωμα των θεατρικών του αυτοσχεδιασμών αν ήταν τυχερός η πολυπόθητη απαλλαγή συνοδευόταν από το στίγμα του ξακουστού τρελόχαρτου. Ο φίλος μας καθώς είχε εξαντλήσει τα περιθώρια έπρεπε να κάνει κάτι, έπρεπε πάση θυσία να ξεφύγει από αυτή την υποχρεωτική ποινή φυλάκισης που του είχαν επιβάλει, ήδη από την ώρα που άνοιξε τα μάτια του σε αυτή την χώρα και χωρίς καμιά αιτία. Βλέπετε δεν καταλάβαινε γιατί γύρω στα είκοσι και κάτι έπρεπε να κλειστεί για δυο περίπου χρόνια κάπου όπου θα του απαγορευόταν λίγο πολύ η κάθε λογής προσωπική ελευθερία, θα πέρναγε λεκτικούς αλλά και κάθε είδους εξευτελισμούς και ταλαιπωρίες χωρίς να μπορεί να αντιμιλήσει η να αναζητήσει το όποιο δίκιο του για αυτό, και σε αυτή του την απορία να ακούει από όλους σαν μια και μοναδική απάντηση την εξής πρόταση, «αφού όλοι δεν πάνε?»
Αυτό το «όλοι» λοιπόν δεν το καταλάβαινε αυτός. Ακόμη αδυνατούσε να δεχτεί και κάποια άλλα πράγματα που τότε για αυτόν ήταν πολύ σημαντικά, όπως το κούρεμα, σε μια εποχή που για να λέμε και του στραβού το δίκιο αν είχες πολύ κοντό μαλλί σε κοίταζαν λίγο περίεργα, δεν ένιωθες δηλαδή και τόσο άνετα για να κυκλοφορείς ανάμεσα σε κόσμο. Επίσης τύχαινε να είχε φτιάξει και συγκρότημα, δικό του, με τραγούδια και συναυλίες. Εντάξει, δεν ήταν και τόσο πολύς ο καιρός που ασχολιόταν με την μουσική, αλλά αυτό τον γέμιζε με έναν περίεργο ηλεκτρικό τρόπο, του έδινε ένα διέξοδο, τόσο με την πίεση και το άγχος της προσπάθειας που κατέβαλε όσο και με την αίσθηση της εξέλιξης της προσωπικότητας του προς μια διαφορετική κατεύθυνση. Όχι, με τίποτα, δεν γινόταν να τα παρατήσει όλα και να κλειστεί εκεί μέσα. Ο ίδιος έλεγε, « καλυτέρα να πάρω το αμάξι και να περάσω τα σύνορα!»
Έπρεπε λοιπόν πάση θυσία να τα καταφέρει. Υπήρχε ένα πρόσωπο, δεν το είχε γνωρίσει καν, στρατιωτικός σε κάποια καλή μάλλον θέση που ήταν γνώριμος του πατέρα του. Όχι τόσο σε φιλικό επίπεδο, απλά κάποιος πελάτης από το μαγαζί. Εκεί πόνταρε για λίγη η και αρκετή αν χρειαζόταν βοήθεια σε μια δύσκολη κατάσταση. Ήταν απλά μια μάλλον ικανή ελπίδα που ήθελε να την πιστεύει για να παίρνει κάποια δύναμη. Η δύναμη αυτή που θα τον έκανε να δώσει την τελευταία του παρουσία σε αυτή την απουσία της ανθρωπιστικής λογικής. Έτσι λοιπόν ένα πρωί βρίσκει τον εαυτό του στο 401 στρατιωτικό νοσοκομείο, καθισμένο σε μια άβολη βαριά ξύλινη καρέκλα μέσα σε ένα παλιό γραφείο όπου κυριαρχούσε το μπεζ χρώμα σε όλους σχεδόν τους χρωματικούς του τόνους, όχι από άποψη αλλά από χρόνια βρωμιά. Εκεί αντίκρισε εμπρός του έναν κοντό και παράξενα νευρωτικό τύπο με μια τριμμένη από τον καιρό άσπρη ιατρική μπλούζα, εκφραστικά και κινησιολογικά προβληματικό, με γενναιόδωρες υποσχέσεις για τα χειρότερα στην ανούσια ευκαιρία για την περεταίρω αποκωδικοποίηση του χαρακτήρα του. Μια καρικατούρα ανθρώπου, που αν δεν είχες σοβαρό λόγο για να τον μισήσεις μπορούσες στα σίγουρα να βρεις αρκετούς για να τον περιγελάσεις, άσχετα με την ανθρωποκεντρική σου ευαισθησία. Ο εν λόγο τυπάκος καθόταν σχεδόν δίπλα του αγνοώντας τον εντελώς, με αποτέλεσμα να περιμένει για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα πάνω στην βαριά ξύλινη καρέκλα νιώθοντας λες και ο χρόνος είχε παγώσει εκεί μέσα, καθώς εμπρός του πέρναγαν κάποιοι αδιάφοροι ηλικιωμένοι αστυνόμοι και στρατιωτικοί που εξιστορούσαν στον κοντό τις αληθινές η ψεύτικες φοβίες του μυαλού τους. Σε όλες αυτές τις ώρες ο φίλος έβλεπε ότι όχι μόνο δεν του απεύθυνε ποτέ τον λόγο, αλλά ούτε καν έκανε τον κόπο να τον αντικρίσει. Λες και είχε να κάνει με κάτι εντελώς ευτελές και ασήμαντο και όχι με ανθρωπινή οντότητα. Τότε χτύπησε η πόρτα. Μια νεαρή κοπέλα άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο γραφείο. Ήταν αυτό που θα έλεγες η καθώς πρέπει, όχι με την ειρωνική έννοια, απλά η αύρα της ανέδινε μια καθαρότητα, κάτι που όπως αποδείχτηκε και στην συνέχεια ήταν σε πλήρη σύμπνοια με τον χαρακτήρα της.
-Ο νεαρός θα περιμένει!
της είπε ο κοντός, και έδωσε όλη του την
προσοχή του στην κοπέλα, με ένα τρόπο φτηνό που έδειχνε ξεδιάντροπα την
σεξουαλική του πείνα, ακόμα και αν έμοιαζε πώς προσπαθούσε να κρατήσει τα
προσχήματα. Εκείνη ήθελε μια χάρη για τον αδελφό της. Ο φίλος παρακολουθώντας
την κουβέντα κατάλαβε ότι ο αδελφός της είχε κάποια προβλήματα με την υγεία
του, και έτσι προσπαθούσε να καταφέρει μέσω του κοντού να τον βοηθήσει να
απαλλαγεί από τον στρατό. Ο κοντός έδειχνε ευγενικός και έκανε ότι την άκουγε
με προσοχή. Καθώς η συζήτηση έπαιρνε αρκετό χρόνο η κοπέλα παρόλο που ήταν
φιλική και πρόσχαρη κρατούσε μια σχετική απόσταση ασφαλείας. Άλλωστε ήταν κάτι
παραπάνω από εμφανές ότι αυτός άρχιζε να της δείχνει μια εντελώς φτιαχτή
κατανόηση για να προσπαθήσει να την πλησιάσει και με διαφορετικό τρόπο.Όμως με τη ώρα να περνά κάποια στιγμή ήρθε το φαγητό. Βλέπετε μαζί με την μακροσκελή μα μονοδιάστατη κουβέντα ήρθε και το μεσημέρι. Ο φίλος μας είχε ενταφιαστεί μαζί με την βαριά ξύλινη καρέκλα πέφτοντας σε λήθη μέσα σε ένα αστείρευτο κενό μαζί με τον ανούσιο χρόνο, καθώς ταυτόχρονα προσπαθούσε να δείχνει και κάπως όχι και τόσο φυσιολογικός και εύστροφος, κάτι που δεν του ήταν πολύ δύσκολο με τις παρούσες συνθήκες. Τότε άρχισε να παρακολουθεί έναν νέο κύκλο θεάματος με το όνομα «το κέρασμα του φαγητού». Ο κοντός είχε την φαεινή ιδέα να δείξει περισσότερο φιλικός απέναντι στην κοπέλα αρχίζοντας να την προτρέπει να φάνε το φαγητό παρέα.
-Θα το φάμε μαζί! (της έλεγε)
-Ξέρετε, δεν μπορώ να φάω στο νοσοκομείο, έχω αυτό το θέμα…
-Μα γιατί, θα φας το κρέας και εγώ τις πατάτες! Η μήπως προτιμάς τις πατάτες?
Φαινόταν καθαρά πια ότι σχεδόν την πίεζε, με ένα περίεργο τρόπο, βγάζοντας μια μαλακή φωνούλα σχεδόν αρρωστημένη. Ίσως και να πίστευε ότι έτσι την πλησίαζε ερωτικά. Τελικά κάποια στιγμή μάλλον κατάλαβε από τις συνεχόμενες αρνήσεις της ότι δεν θα την κατάφερνε να το φάνε μαζί, οπότε επιτέλους σταμάτησε. Τότε λοιπόν αποφάσισε ότι ήταν ίσως η ώρα για να δώσει κάποια σημασία και στον φίλο μας. Άλλωστε η αναμονή του ήταν πια τεράστια. Με την κοπέλα μπροστά, καθώς εκείνη παρέμεινε μέσα στο γραφείο άρχισε να του κάνει κάποιες ερωτήσεις. Η φωνή του τώρα ήταν κοφτή και απότομη, χωρίς να περιέχει την συμπάθεια που χρωματιζόταν έστω και ψεύτικα έως τώρα. Μετά από τα απαραιτήτως τυπικά οι ερωτήσεις έγιναν πιο προσωπικές και αδιάκριτες, και η παρουσία της κοπέλας τις έκαναν να μοιάζουν στον φίλο μας με μικρούς επώδυνους εφιάλτες. Προφανώς αυτό εκμεταλλευόταν τόσο απροκάλυπτα ο κοντός, μοιάζοντας σαν να νοιώθει σχεδόν στύση με την έκθεση του φίλου μας εμπρός από την κοπέλα.
-Πίνεις πολύ?
-Ναι (απάντησε ο φίλος με τα μάτια καρφωμένα στο κενό και μια αργή άδεια φωνή δίχως συναίσθημα)
-Είσαι δηλαδή αλκοολικός, πίνεις κάθε μέρα?
-Κάθε μέρα (απάντησε ο φίλος)
-Έχεις πάει με γυναίκα?
-Όχι δεν έχω πάει.
-Καλά τι, ποτέ δεν έχεις πάει?
-Όχι δεν έχω…
Η φωνή του φίλου συνέχιζε να απαντά όσο δύσκολες κι αν ήταν οι ερωτήσεις, στο μοτίβο μιας βαριάς, αργόσυρτης έκφρασης του λόγου. Κάποια στιγμή κάποια νοσοκόμα χτύπησε την πόρτα και φώναξε τον κοντό για ένα περιστατικό. Τότε αυτός βγαίνοντας έξω από το γραφείο ο φίλος και η κοπέλα έμειναν μόνοι. Η κοπέλα είπε μαλακά στον φίλο,
-Είσαι για απαλλαγή ε?
-Ναι (είπε ο φίλος, με πιο ήρεμη φωνή δίχως να προσποιείτε πια)
-Καλά είναι άμα μπορεί να απαλλαγή κανείς, δεν χάνει και τίποτα.
Ο φίλος κούνησε το κεφάλι καταφατικά. Τότε η κοπέλα του πρόσφερε τσιγάρο. Όταν αυτός το πήρε εκείνη του το άναψε και έπειτα άναψε και η ίδια. Η ατμόσφαιρα ξαφνικά άρχισε να μεταμορφώνετε σε πιο ανθρώπινη και στάλες ηρεμίας άρχισαν να ρέουν αόρατες από το μπεζ ταβάνι και τους τοίχους. Τότε ξαφνικά μπήκε μέσα ο κοντός. Γουρλώνοντας τα μάτια του στην θέα του τσιγάρου άρχισε να φωνάζει με τσιριχτή επιθετική φωνή, αλλά για κάποιο λόγο χωρίς να δημιουργεί το αίσθημα του φόβου, μα απλά μια γελοιότητα.
-Σβήσε γρήγορα το τσιγάρο, που νομίζεις ότι βρίσκεσαι?
Τώρα, θα σου φέρουμε και ένα μπουκάλι ουίσκι!
Ο φίλος έσβησε βιαστικά το τσιγάρο αλλά πριν καλά καλά προλάβει να τραβήξει το χέρι του από το παλιό τσίγκινο τασάκι η κοπέλα φανερά ενοχλημένη νοιώθοντας υπεύθυνη για το περιστατικό είπε με αυστηρό τόνο για πρώτη της φορά,
-Εγώ του πρόσφερα το τσιγάρο, δεν το άναψε αυτός!
-Δεν είναι για σένα η απαγόρευση, για αυτόν είναι! (της απάντησε)
Τότε ένας πάγος δημιουργήθηκε ανάμεσα στον κοντό και την κοπέλα, τόσο σκληρός και απόλυτος όσο και οι διαφορές σαν άνθρωποι που είχαν μεταξύ τους. Δεν θα του ήταν εύκολο να προσπαθήσει να την ρίξει τώρα. Η ευκαιρία του χάθηκε για πάντα, αυτή τουλάχιστον που ήταν μόνο στο μυαλό του, έστω και αν ήταν καπαρωμένη με το ρουσφέτι του αδελφού της.
Ο φίλος μας συνέχισε να ανασαίνει σιωπηλά τον νοσηρό αέρα μέσα στο χωροχρόνο του νοσοκομείου μέχρι που τελικά πείρε την οριστική απαλλαγή, το επίσημο διαπιστευτήριο, το ξακουστό τρελόχαρτο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου