Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2014

8. ΕΡΩΣ






Από πολύ μικρός είχε νιώσει τα αποτελέσματα μιας αυτόβουλης μεθυστικής νόσου  να πλημυρίζουν το είναι του. Να το διαβάλουν και να το ξεσκίζουν σαν άγρια σκυλιά που μάχονται για λίγη ματωμένη σάρκα. Χωρίς απάντηση και αίτια, έτσι απλά. Aναρχικα  και απολυτα, χωρίς κανενα έλεος, επιβολη ανευ οριον με ανεξέλεγκτη μανία σε κάθε κύτταρο του παιδικού κορμιού του.
Ήταν τότε, στην πρώτη τάξη του δημοτικού σχολίου, κάθε φορά που στο προαύλιο συναντούσε την Ρινούλα η άγουρη καρδιά του έκανε λες και θα’σπαγε από το ξάφνιασμα, χωρίς καλά καλά να ξέρει το γιατί. Ο φόβος του αγνώστου φερμένος απ’το άγνωστο κι’αυτός. Το κάτι που τον έκανε να τρέχει μακριά της και σχεδόν να κρύβεται. Μα τώρα που μεγάλωσε μήπως είναι αλλιώς? Και αν είναι αλλιώς, μήπως στο βάθος παραμένει η ίδια απειλή, το αίσθημα του φόβου στην σκέψη να απελευθερώσει το υπέρτατο αυτό που αισθάνεται προς την όποια  Ρινούλα, τον δεκαεπτά του πια χρονών? Και γιατί απειλή? Μήπως η αγάπη σαν μια λίμνη με γαλαζοπράσινα κρυστάλλινα νερά που καθρεπτίζουν τον παράδεισο, γίνει ωκεανός χαώδης και αδιάβατος, και στην στιγμή τον πνίξει στα μαύρα άπατα νερά του? Όταν γνωρίσεις την δύναμη του κτήνους πώς να κοιμάσαι ήσυχος σαν έρθει το σκοτάδι? Κι όλα να σμίγουνε στην σκέψη σου με την σαθρή και ακέφαλη ασχήμια μιας απόρριψης. Μα είπαμε, αυτός, ο έρωτας, είναι ο απόλυτα αναρχικός, και έτσι όπως απρόσκλητος θα έρθει, έτσι και μέσα σου θα ζει αδιαφορώντας, ακόμα και σ’αυτό!
Καθώς τα χρόνια έτρεξαν εμπρός, με την σειρά της και αυτή, μια φίλου του η αδελφή πήρε την ίδια θέση στην ψυχή του. Καλλίγραμμη και θηλυκή, με εφόδια τα όμορφα σπαστά μαλλιά και τα λαμπερά καφέ της μάτια. Την έβλεπε το καλοκαίρι, γέννημα θρέμμα του ογδόντα, με το λευκό κοντό σορτσάκι της, τις γλυκές ευγενικές καμπύλες που ζωγράφιζαν στο λευκό πουκάμισο της τα ζαχαρένια στήθη της, και τα καλοσχηματισμένα πόδια της που κατέληγαν στα λεπτά στιλάτα πέδιλα της. Τα δάκτυλα των ποδιών της μόνο, σαν μια μικρή αυθάδικη παραφωνία ήταν κάπως σαν στραβά, λες και το ένα προσπαθούσε να μπλεχτεί με το αποδίπλα του. Άξιο απορίας έμοιαζε γι’αυτόν, πώς άραγε ήταν δυνατό, και πόσο θρασύς ήταν αυτή η ανακολουθία των λοιπόν χαρακτηριστικών της. Κι όμως διόλου δεν τον πείραζε, γιατί αυτός αυτήν κρατούσε στα σφιχτά, μέσα στο είναι του μπλεγμένη. Μα όμως όχι, δεν μιλούσε παραπάνω. Μόνο δήθεν φιλικά και κάπως μετρημένα ήταν τα φερσίματα του, καθώς κρατούσε μέσα του αυτός καλά τον φυλαγμένο έρωτα του. Η έτσι νόμιζε τουλάχιστον, γιατί πόσο να κρυφτείς από κάτι που τόσο επιβάλετε σε εσένα. Μια γυναίκα ίσως μπορεί να δει αν θέλει, πολλά απ’ότι εμείς οι ‘δυνατοί’ στα λόγια μόνο, νομίζουμε πως κρύβουμε. Η μπόρα δεν άργησε να έρθει, σαν καταιγίδα φθινοπώρου, που μαζί με τον απόηχο της ζέστης του καλοκαιριού, σε σπρώχνει στα δροσερά μα βρώμικα νερά της, και σε βυθίζει σε ένα όνειρο αλήθειας που θα ικέτευες να ήταν εφιάλτης. Ο φίλος ο παλιός του, αυτός που για χρόνια είχε παρέα, σε στιγμές ευχάριστες μα και προδοτικές μαζί, του είπε τα μαντάτα, 
- ο Τάκης, τη πήρε με το αμάξι του για βόλτα στο βουνό το βράδυ, και μέσα εκεί την πήδηξε! Με μια καπότα που είχε κρύψει σε μυστικό μέρος του ταμπλό…
Πόσο φτηνή του φάνηκε με αυτά τα μαύρα νέα. Και πόσο βάρος ένιωσε να αφήνουν εκείνες οι πικρές και λίγες λέξεις. Μια μαχαιριά στο στήθος που άφησε αυτόματα πληγή, γεμάτη σήψη. Μα όταν τα δάκρυα στέγνωσαν, και οι καιροί περάσαν, σκέφτηκε, και ζύγισε με ζύγια και απ’τις δυο μεριές. Γιατί να’ταν αυτή, που αυτός σε εκείνη έβλεπε? Η έξυπνη και αμόλυντη παρθένα στην ψυχή. Η ικανή να κρίνει αν σ’αυτόν που θα δοθεί, θα το αξίζει κι όλας.
Άλλωστε το’χε πια καταλάβει με τα χρόνια, ότι και ο ίδιος δε ήταν ικανός για τίποτα, πέρα από την ακατέργαστη δύναμη του κτηνώδη έρωτα του.

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014

7. G3




Το παλιό μικρό σπίτι απέναντι από τα ψηλά κυπαρίσσια ζούσε μέσα σε ένα μικρό οικόπεδο, που τα όρια του στο πίσω μέρος συναντούσαν ένα ξερό ρηχό ρέμα. Ήταν σε μια ήσυχη, σχεδόν ξεχασμένη περιοχή στα βόρεια της Αθήνας, που όσο κι αν έμοιαζε ότι θα έμενε για πάντα αναλλοίωτη, τις επόμενες δεκαετίες θα δεχόταν την επέλαση των πολιτισμένων βαρβάρων. Καθώς ο ήλιος είχε δύσει από ώρες, δυο αγόρια πέρασαν την πόρτα του και θρονιαστήκαν σε δυο καρέκλες πίσω από ένα βαρύ σκούρο τραπέζι, που μάλλον βοήθαγε στο να αποκαλείς σαλόνι το μακρόστενο δωμάτιο που βρισκόταν. Ήταν γύρω στα δεκαεννέα και οι δυο τους. Το πικάπ απέναντι τους γύρναγε έναν δίσκο, ένα δωδεκάιντσο σινκλ των Iron Maiden. Το τραγούδι ακουγόταν με έναν παράξενα αδιάφορο τρόπο από τα ηχεία, σαν να μην είχε και τόση σημασία, λες και απλά ήταν εκεί μόνο και μόνο για να εξυπηρετεί χρέη μουσικού χαλιού σε ένα έργο χωρίς νόημα αρχή και τέλος.
Τα αγόρια μίλαγαν επάνω της και έπιναν από δυο μεγάλα μπουκάλια Αμστελ. Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού έμοιαζε μεγαλύτερος καθώς ήταν και αρκετά κοντοκουρεμένος γιατί υπηρετούσε την θητεία του. Όχι κάπου μακριά, αντιθέτως είχε μετατεθεί εδώ και λίγους μήνες σε κάποιο στρατόπεδο σχετικά κοντά στο κέντρο της Αθήνας. Σε αντίθεση από τον άλλον που έδειχνε πιο εσωστρεφής, αυτός έμοιαζε να βρισκόταν σχεδόν σε μια εύφορη μα και αναίτια ένταση. Τα μάτια του έλαμπαν στο χαμηλό φως του δωματίου, καθώς με μια απότομη του κίνηση έριχνε που και που γελώντας στην μπύρα του μπλε οινόπνευμα από ένα πλαστικό μπουκάλι. Ένα αυτοσχέδιο ενισχυτικό των οκτανίων της ανθρώπινης βενζίνης για τους εραστές των μηχανοκέφαλων πιομάτων. Κάποια στιγμή ο ιδιοκτήτης του σπιτιού είπε με νόημα στον άλλον,
        -Αύριο μετά την έξοδο μου από το στρατόπεδο θέλω να συναντηθούμε, να έχεις και τ’αμάξι…
Ο φίλος του των ρώτησε με περιέργεια,
        -Γιατί, τι θέλεις να κάνουμε?
(Τότε θέλοντας και μη άρχισε να γίνεται περισσότερο αποκαλυπτικός)
        -Στο στρατόπεδο, μέσα σε ένα τζιπ, είδα ένα G3 που είχε σπάσει λίγο το κοντάκι του και θα το πήγαιναν μάλλον για επισκευή. Ε, το πήρα, το τύλιξα σε κάτι πανιά και όταν πήγα για σκοπιά στην άκρη της μάντρας που συνορεύει με τον δρόμο το πέταξα μέσα στα ξερά χόρτα!
(Έκπληκτος ο φίλος του, μην πιστεύοντας αν αυτά που ακούει είναι όντως λόγια αλήθειας, η ακόμα μια ανούσια πλάκα σαν κι αυτές που συνήθιζε να εξιστορεί χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία του απάντησε)
        -Τι λες ρε? Και αν σε είδαν, αν κάποιος το βρει, τι θα γίνει?
        -Ποιος μωρέ να το δει, μέσα στα χόρτα?
        -Μα είναι δρόμος περνάνε τόσα αυτοκίνητα από δίπλα
        -Σιγά, δεν τρέχει τίποτα μωρέ
Παρόλο τους μικροδισταγμούς του, μετά από λίγη ψιλοκουβέντα δεν ήθελε και πολύ για να πειστεί για να του κάνει τον μεταφορέα του πυροβόλου όπλου. Κάτι η περιέργεια, κάτι η νεανική απερισκεψία που ερωτοτροπεί θανάσιμα με την ανοησία, και το επόμενο απόγευμα τους βρήκε μέσα σε ένα πορτοκαλί Σκόντα να προσελκύουν το πεζοδρόμιο κοντά στην μάντρα του στρατοπέδου. Η κίνηση του δρόμου δεν ήταν και ιδιαίτερα μεγάλη, μόνο κάποια αυτοκίνητα περνούσαν αραιά, αλλά παρόλα αυτά τα συναισθήματα της ανασφάλειας και του άγχους ήταν παρόντα. Αφού το αυτοκίνητο ανέβηκε με τις δυο πλαϊνές του ρόδες επάνω στο πεζοδρόμιο, ο φαντάρος ρίχνοντας μια δυο βιαστικές ματιές τριγύρω βγήκε και χώθηκε σαν αίλουρος μέσα στα ξερά χόρτα και τα μικρά πουρνάρια που υπήρχαν ανάμεσα στον δρόμο και στην μάντρα του στρατοπέδου. Μια μικρή νεκρή ζώνη, που διαχώριζε την κοινή καθημερινότητα από μια στρατοκρατουμένη κατάσταση. Σχεδόν χωρίς πολύ κόπο εντόπισε τον στόχο του. Αφού έσκυψε κρύβοντας τις ενέργειες του μέσα στα πυκνά χόρτα, χωρίς να καθυστερήσει για πολύ ήρθε και πάλι πίσω κρατώντας ένα μακρόστενο τυλιγμένο πανί, που από τον όγκο του φαινόταν ότι κάτι ογκώδες είχε μέσα. Ο φίλος του είχε ήδη ανοίξει το πορτ μπαγκάζ, το οποίο ήταν στο μπροστινό μέρος του αυτοκίνητου και άνοιγε κάπως ιδιαίτερα, με ένα συγκεκριμένο και κάπως ανορθόδοξο τρόπο, από το πλάι, σαν πιάνο με ουρά.
Βάζοντας το μέσα το έκλεισαν βιαστικά, και μπαίνοντας σχεδόν πηδώντας στο αυτοκίνητο ξεκίνησαν στα γρήγορα, μα προσπαθώντας να μην δώσουν στόχους υποψίας, καθώς μερικά αυτοκίνητα είχαν αρχίσει να περνούν συχνότερα από δίπλα τους και ο φόβος είχε αρχίσει να γίνετε ακόμη μεγαλύτερος. Σε πολύ λίγο είχαν πάει στο σπίτι. Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού όχι μόνο δεν προσκάλεσε τον φίλο του για να περιεργαστούν το επικίνδυνο αυτό λάφυρο παρέα, αλλά ούτε καν του το έδειξε. Απλά κατέβηκε από το αυτοκίνητο και πέρασε την πόρτα του σπιτιού μόνος του με αυτό στα χέρια, σαν υπνωτισμένος. Παρόλα αυτά ο φίλος δεν του κράτησε κακία. Άλλωστε ήξερε ότι ο φαντάρος ήταν ιδιότροπος και κάπως περίεργος στους τρόπους του, και παρόλο που ο ίδιος ήταν σχετικά ευαίσθητος σε άσχημες συμπεριφορές η και πειράγματα, είχε μάθει πια τι να περιμένει από τους φίλους του. Ήταν αυτός και ένας από τους λόγους που πέρναγε τον περισσότερο χρόνο μόνος, απαλλαγμένος από την εξάρτηση κάποιας παρέας που συχνά απαλλοτρίωνε τον χαρακτήρα, και άφηνε στην ψυχή κρυφές πληγές για αντάλλαγμα. Άλλωστε, η αλήθεια ήταν ότι τα χνώτα τους δεν ταίριαζαν και ιδιαίτερα στο βάθος. Έκαναν απλά μια σύντομη χρονικά παρέα, βασισμένη σε συγκυρίες χωρίς κάποιο σκοπό και έννοια. Ο καιρός λοιπόν περνούσε και οι δυο τους άρχισαν να απομακρύνονται. Κάτι οι άδειες και οι έξοδοι του φαντάρου, κάτι η αποστασιοποίηση του φίλου από εικόνες και σχέσεις που τον άφηναν κενό, έκαναν σπάνιες τις όποιες συναντήσεις τους. Μόνο μια με δυο φορές, άκουσε από κάποιον κοινό τους φίλο, ότι δίπλα από το σπίτι που ήταν ένα τυφλό χωράφι, χωρίς δρόμους, έριχνε ριπές και πυροβολούσε γκριζόμαυρα ηλικιωμένα ελιόδεντρα. Σε λίγους μήνες είχε μπει πια το φθινόπωρο, με βλέμμα σκληρό σαν το καρφί για τον χειμώνα. Ο φίλος με το Σκόντα περνούσε πολλά από τα βράδια του μέσα στην ομίχλη του παρακμιακού ροκάδικου της Όμπρε. Ένα απ’αυτά, μέσα σε μπύρες, τσιγάρα, και κρύα ντεσιμπέλ σαν ραγισμένους πάγους, ένας γνωστός του είπε,
         -Ρε συ, ο φαντάρος αυτοκτόνησε! Τον βρήκανε νεκρό πριν λίγο!
Καμιά φορά νιώθεις ότι η δύναμη της θλίψης δεν φτάνει να συναγωνιστεί την έκπληξη, η προφανώς και το αντίθετο. Πολύ γρήγορα το ίδιο βράδυ, αυτός μαζί με μια μικρή παρέα από φίλους και γνωστούς, πήγαν με το αυτοκίνητο κοντά στο σπίτι απέναντι από τα ψηλά κυπαρίσσια. Η ώρα ήταν αρκετά μετά τα μεσάνυκτα, αλλά κάτι φώτιζε με νόημα απ’εξω. Ένα περιπολικό της αστυνομίας ήταν παρατημένο πρόχειρα,  καθώς και ένα σκουρόχρωμο όχημα, μάλλον της στρατονομίας. Βλέπεις εκτός του ότι ήταν φαντάρος, το όπλο που έγραψε τον επίλογο της σύντομης αυτής βόλτας του, ήταν ιδιοκτησία του ελληνικού στρατού, και ίσως ήταν δηλωμένο σαν κλεμμένο. Η μήπως όχι? Έτσι κι αλλιώς ήταν μια δύσκολη κατάσταση, που μέσα στο όλο μπέρδεμα πολλά θα βόλευαν να αποσιωπηθούνε για να αποφευχθούν ευθύνες. Η παρέα δεν πλησίασε κοντά, κρατώντας μια απόσταση ασφαλείας. Μετά από λίγο ένα ταλαιπωρημένο     σκουρόχρωμο Φορντ Γρανάδα πλησίασε στον δρόμο, και στρίβοντας σταμάτησε έξω από το σπίτι, δίπλα σχεδόν από το περιπολικό. Μέσα σε περίπου ένα τέταρτο της ώρας, δυο άντρες έβγαλαν κουβαλώντας κάτι μακρύ από την εξώπορτα, και το φόρτωσαν όπως όπως μέσα στο σκοτάδι στο πορτ μπαγκάζ του Φορντ. Αμέσως το αυτοκίνητο ξεκίνησε, και τότε η παρέα ξεκίνησε και αυτή με κάποια σχετική απόσταση πίσω του. Η ένταση έσπρωχνε δυνατά την περιέργεια, και τους παρακινούσε να εμπεδώσουν την εικόνα με μεγαλύτερη σαφήνεια. Καθώς ο δρόμος πέρναγε κάτω από μια παλιά ξύλινη κολώνα που στην κορυφή κρεμόταν μια κιτρινισμένη λάμπα με ένα σκουριασμένο στραβωμένο γείσο από πυροβολισμούς, αντίκρισαν το πορτ μπαγκάζ του Φορντ καθώς ήταν μισάνοικτο. Μια κάσα έξεχε, σχεδόν ολόκληρη απ’εξω. Ένα γκροτέσκο θέαμα, που έμοιαζε τόσο τραγικό όσο και αστείο. Καθώς η όραση τους άνοιγε καλύτερα στην νύχτα, αντίκρισαν ακόμη μια παράξενη εικόνα. Το καπάκι από την κάσα ήταν λίγο ανοικτό, σαν να το εμπόδιζε κάτι για να κλείσει. Πριν προλάβει να ψελλίσει κάποιο σχόλιο ο φίλος με το Σκόντα, ένιωσε με μαζοχιστικό τρόπο, αυτό το κάτι να βιάζει στιγμιαία τα συναισθήματα του. Ήταν μια μπότα, που κρεμόταν από το πόδι του αυτόχειρα φαντάρου, και που αντιστεκόταν στο να φύγει. Έμενε για να δεσπόζει εκεί, μεταξύ των δυο κόσμων, και να προσφέρει μια μακάβρια μα και ατόφια εικόνα στους πλανόδιους θεατές. Η παρέα αυθόρμητα ξέσπασε σε ένα νευρόσπαστο ψυχρό γέλιο, χωρίς ενοχή η ευθυμία. Μετά από λίγο έχασαν το Φορντ, και χάθηκαν και αυτοί στα σπίτια τους. Ύστερα από λίγες μέρες διάφορα μαθεύτηκαν. Είπαν μάλλον ότι κάτι τον είχε πειράξει. Ότι κάποιο κορίτσι κοντά στο σπίτι του τον είχε απορρίψει. Κάτι που ακουγόταν κάπως παράξενο για αυτόν, καθώς δεν μπορούσες να υποψιαστείς αν οι ευαισθησίες του έφταναν με τέτοιο τρόπο και σε τόσο βαθειά μονοπάτια της ψυχής του, η απλά και μόνο εκδήλωσε με την πράξη του αυτή μια κυνική μα και τυφλή απαξίωση για την ζωή του, αδιαφορώντας και χωρίς καμία αίσθηση του φόβου. Όπως και να’χει οι τελευταίες του στιγμές ήρθαν μαζί με το πικάπ να γυρνάει ένα δίσκο. Το καπάκι του ήταν κατεβασμένο, και επάνω του ήταν όρθιο το εξώφυλλο που ακούμπαγε την πλάτη του στον τοίχο. Ανώφελη επιβίωση, ήταν ο τίτλος του. Η πρώτη ριπή του όπλου διέλυσε το εξώφυλλο, και οι σφαίρες που πρόλαβαν να φύγουν σφηνώθηκαν μέσα στα παλιότουβλα του τοίχου. Η δεύτερη ριπή τρύπησε τον ουρανίσκο του και διαπέρασε το μυαλό του, ανοίγοντας έναν διάδρομο στο άγνωστο για αυτόν.   

 

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2014

6. TΟ ΤΑΞΙΔΙ








Εκείνο το μεσημέρι του Ιουλίου το λευκό Γκολφ του 80’ κυλούσε στην παλιά καυτή άσφαλτο της εθνικής οδού Αθηνών Λαμίας που γυάλιζε και γλιστρούσε σαν καθρέφτης κάτω από τον ήλιο. Το μοτέρ των χιλίων οκτακοσίων κυβικών που διέθετε, προερχόταν από κάποιο άλλο αυτοκίνητο ερείπιο, που σάπιζε τουλάχιστον για καμιά πενταετία σε κάποια βρώμικη και υγρή μάντρα από κάποια γωνιά της Ελλάδας, και προφανώς άλλα τόσα σε καμιά άλλη της βόρειας Ευρώπης, και όχι μόνο δεν υποσχόταν ότι τα άλογα που το είχε προικίσει ο κατασκευαστής του ήταν όλα παρόντα, αλλά και όσα από αυτά είχαν την υπομονή να παραμείνουν δεν έδειχναν να είναι και στην καλύτερη διάθεση. Παρόλα αυτά οι δυο φίλοι στα τέλη του 1980 είχαν αποφασίσει να περάσουν ένα διαφορετικό σαββατοκύριακο μακριά από την Αθήνα. Θα πήγαιναν στην Θεσσαλονίκη για μια βραδινή βόλτα σε τίποτα μπαράκια και το πρωί θα συνέχιζαν για την Χαλκιδική. Εκεί μετά από μια ακόμη νύχτα θα άρχιζε η επιστροφή. Ο οδηγός ήταν δύο με τρία χρόνια μεγαλύτερος και γνωριζόντουσαν από παιδιά. Και οι δυο μέσα στην ίδια ηλικιακή πενταετία των είκοσι με εικοσιπέντε. Καθώς τα χιλιόμετρα έφευγαν πίσω τους, ο άνεμος έφερνε από τα ανοιχτά παράθυρα ένα χαρμάνι ζέστης και υγρασίας, γαρνιρισμένο με σκόνη και καυσαέρια από νταλίκες που σερνόντουσαν σαν διψασμένες στην δεξιά λωρίδα. Όλα αυτά ανακατεύονταν μαζί με τις μυρωδιές από τα εσωτερικά πλαστικά του αυτοκίνητου, που σχεδόν λιώνοντας παραδομένα κάτω από τον καυτό ήλιο άφηναν ελεύθερο το βαρύ άρωμα τους. Τα λόγια μεταξύ των δυο φίλων ήταν λίγα, άλλωστε η αποστολή αυτής της σύντομης σε διάρκεια φυγής ήταν πιο σημαντική από ανούσιες κουβέντες και εκδηλώσεις χαζοχαρούμενης συμπεριφοράς. Έτσι κι αλλιώς το αμάξι βούιζε τόσο που έμοιαζε σαν να μιλούσε μια δικιά του, γοτθική βαρύγδουπη γλώσσα, αυτό και για τους δυο. Βέβαια η αλήθεια ήταν ότι μερίδιο ευθύνης έφερε και ο οδηγός, καθώς φρόντιζε να βυθίζει σχεδόν συνέχεια το δεξί πεντάλ στο πάτωμα λες και κάτι μέσα του έλεγε ότι ο χρόνος συνωμοτούσε μυστικά εναντίον τους και αυτοί έπρεπε να τον ξεπεράσουν, να μην ρισκάρουν απλά με το να τον ακολουθούν, λες και κινδύνευαν πως αν τον αφήναν εμπρός τους θα μπορούσε να τους ξεγελάσει και να τον χάσουνε για πάντα. Δεν τον άφησαν λοιπόν να φύγει, και έτσι μέσα σε ένα μονότονο καυτό αέρινο κρεσέντο σε κάποια από τις πολλές ευνοϊκές ευθείες προς την Θεσσαλονίκη είδαν τον δείκτη του ταχυμέτρου να σκεπάζει την ένδειξη διακόσια. Αλλά μέχρι εκεί όμως, ο βασανισμένος κινητήρας δεν έδειχνε να έχει κουράγιο για παραπάνω μεγαλεία. Κάτι που ήταν κρίμα αν σκεφτείς ότι κάμερες, ραντάρ και μπλόκα, δεν ήταν κάτι που θα έπρεπε να απασχολεί τους δυο φίλους, καθώς η οδική τρομοκρατία στην Ελλάδα δεν είχε πάρει τότε ακόμα τα πολύ επάνω της. Η ευχαρίστηση της προσμονής για το κάτι παραπάνω στο επόμενο εικοσιτετράωρο είχε ενισχυθεί αισθητά στον οδηγό από μια πληροφορία του φίλου του στην αρχή της διαδρομής. Τον είχε ενημερώσει ότι είχε προμηθευτεί μια ικανοποιητική ποσότητα φούντας που θα επαρκούσε για όλες τις ανάγκες που θα προκύψουν στο ταξίδι, ώστε να χαθεί η όποια συνηθισμένη και εύκολα κατανοητή πραγματικότητα. Κάπως έτσι λοιπόν πάνω κάτω, τα χιλιόμετρα συνέχιζαν να γυρίζουν στο ταχύμετρο και αργά το απόγευμα έφτασαν στην Θεσσαλονίκη. Αφού περιηγηθήκαν ελάχιστα στην άγνωστη για αυτούς πόλη βρήκαν ένα σχετικά φτηνό και προσιτό χώρο για να περάσουν την νύχτα. Το αποκαλούμενο ξενοδοχείο ήταν σε μια όχι ιδιαίτερα τουριστική γειτονιά και κέρδιζε περισσότερο τον χαρακτηρισμό ενός καθαρού και αξιοπρεπούς γαμηστρώνα. Επτά με οκτώ χαμηλά σκαλιά από τον δρόμο και έφτανες στο υποτιθέμενο πρώτο πάτωμα. Εκεί αντίκριζες την ρεσεψιόν με τα κλειδιά, που μοιραζόταν με ένα ιδιόμορφο τρόπο τον ίδιο πάγκο για τον καφέ η το πρωινό. Και όλα αυτά με θέα στην μια και μοναδική φυσική πηγή φωτός που προερχόταν από το μπροστινό μέρος του οικήματος, από μερικά μακρόστενα και κάπως κλειστοφοβικά βρώμικα παράθυρα, παρατεταμένα το ένα κολλητά στο άλλο σαν στενόμακρη παράξενη τζαμαρία. Αμέσως αφού πήραν το κλειδί ανέβηκαν ένα ακόμα όροφο για να αφήσουν τα πράγματα τους σε ένα εξίσου περίεργο δωμάτιο, που δεν είχε μπαλκόνι ούτε παράθυρο και έμοιαζε περισσότερο με μια προκατασκευασμένη κατασκευή, αφού οι τοίχοι ήταν ξύλινοι και βαμμένοι με μια άσπρη, πλαστική, και έντονα γυαλιστερή μπογιά. Το δωμάτιο έφερε στον οδηγό την ανάμνηση από μια τσόντα που είχε δει, και παρόλο που την θυμόταν κάπως αμυδρά θα ορκιζόταν ότι γυρίστηκε στον ίδιο χώρο. Διόλου απίθανο, αν σκεφτείς ότι ο τόπος των γυρισμάτων ήταν στην ίδια πόλη. Χωρίς να χάσουν άλλο χρόνο, αφού τίναξαν την σκόνη του δρόμου από επάνω τους και έβρεξαν με δύναμη το πρόσωπο τους με λίγο χλιαρό νερό από έναν μικρό νιπτήρα που υπήρχε έφυγαν για τα λαδάδικα. Εκεί ανάμεσα από τα πολλά μπαράκια τράβηξαν το μάτι τους δύο τρία πιο κυρίαρχα. Ένα τσιγάρο γεμιστό με φούντα ανακατεμένη με καπνό είχε ήδη καεί μέσα στο αμάξι και είχε ποτίσει το μυαλό τους. Χωρίς ιδιαίτερη όρεξη για επιλογή, καθώς η επήρεια του τσιγάρου που είχε ήδη κυριαρχήσει στον εγκέφαλο τους ανακατεμένη με την κούραση του ταξιδίου άρχιζε να τούς καταβάλει, χάθηκαν μέσα σε κάποιο από αυτά. Έτσι κι αλλιώς δεν είχε και σημασία, καθώς η μουσική φαινόταν αδιάφορη όπως το ίδιο και ο κόσμος. Απλά το αλκοόλ ανάλαβε να βυθίσει ακόμα περισσότερο την μουδιασμένη νόηση τους μέσα σε ένα κάπως άκεφο κενό, και το μόνο που έδινε κάποια ίχνη ενδιαφέροντος μέσα στην παραζάλη τους ήταν η αίσθηση της αλλαγής.
Η νύχτα τους φάνηκε σαν να τελείωσε κάπως πρόχειρα και  γρήγορα, και η επιστροφή στο δωμάτιο με τους βαμμένους τοίχους με την πλαστική μπογιά ήταν επιβεβλημένη. Ο ύπνος σαν αυστηρός υπηρέτης μαυρόασπρης παλιάς ταινίας τους ρούφηξε σαν το σφουγγάρι, για να τους πετάξει στύβοντας τους απότομα το επόμενο πρωινό πάνω στον δρόμο προς την Χαλκιδική. Αφού τα πρώτα βαρετά χιλιόμετρα έφυγαν και οι αδιάφορες ευθείες άρχισαν να γίνονται στροφές μια βόρεια ομορφιά ξεδιπλώνονταν εμπρός στα μάτια τους. Το πράσινο έδενε αρμονικά με μια απαλή καλοκαιρινή γαληνή μιας ονειρεμένης και ερωτικής παραλίας, που έμοιαζε τόσο δελεαστική που και μόνο στην όψη της ένοιωθες να πονάς από την ομορφιά της. Ένα φανταστικό μα και ταυτόχρονα τόσο πραγματικό τοπίο χαριζόταν σε εσένα, εδώ και τώρα, χωρίς κρυφές χρεώσεις, τόσο δικό σου όσο εσύ μπορούσες να αντέξεις. Τα παιδιά μπόρεσαν να αντισταθούν, λίγο πριν τον προορισμό τους το αμάξι έστριψε δεξιά σε ένα κατηφορικό άνοιγμα για να κατεβούν και να αφεθούν πάνω στην ξανθή άμμο μιας μεταξένιας θάλασσας. Μετά από μια σύντομη μα εκλεκτή εμπειρία μέσα στα γαλαζοπράσινα νερά πήραν πάλι τον δρόμο τους και σύντομα έφτασαν στον προορισμό. Ένα καλά προικισμένο και θελκτικό μεγαλοχωριό με κάθε λογής και εθνικότητας τουρίστες, που ξεχωρίζοντας ανάμεσα στους ντόπιους εισέπρατταν την καλοκαιρινή τους αναπτέρωση. Σε κάποιο ισόγειο δωμάτιο που άνηκε σε ένα χωριάτικο προχειροφτιαγμένο διώροφο τα παιδιά βρήκαν σύντομα στέγη για το δεύτερο και τελευταίο βράδυ τους. Χωρίς ιδιαίτερες ανέσεις μα με μόνο τα απαραίτητα. Προσόν η οικονομική τιμή, που λειτουργούσε συμβιβαστικά για το τσιμεντένιο πάτωμα και τα φτηνά σιδερένια ράντζα που δέσποζαν μέσα σε μια αισθητική αποθήκης. Βγαίνοντας για μια μικρή βόλτα καθώς ο ήλιος άρχιζε να δύει είδαν κοντά από εκεί ένα καλοκαιρινό μεγάλο κλαμπ με βεράντες, στο ύψωμα του λόφου επάνω από τον κεντρικό δρόμο. Αφού επέστρεψαν στο δωμάτιο ξυριστήκαν στα γρήγορα και έφτιαξαν τρία τσιγάρα, ένα για προθέρμανση και άλλα δυο καλά φτιαγμένα για το τελικό κάψιμο που θα τα έπιναν στο κλαμπ. Χύμα, εκεί μέσα στον κόσμο. Και τι έγινε, μήπως μέσα στην μουσική και στον αναβρασμό της καλοκαιρινής  έξαψης θα τους έπαιρνε κανείς χαμπάρι? Φτάνοντας φτιαγμένοι, το κλαμπ έμοιαζε πιο θεαματικό από αυτό που μάλλον ήταν. Αρκετές κοπέλες, θα έλεγες σε σχετικά μικρή ηλικία, και μάλλον από τα γύρω χωριά οι πιο πολλές, έδιναν το στίγμα τους στον εξωτερικό ανοικτό χώρο. Αν και είχε αρκετή κίνηση ολόγυρα οι δυο φίλοι δεν ένοιωθαν αρνητισμό η κάποια μορφή πίεσης. Τα πρώτα ποτά κατέβηκαν γρήγορα και το ίδιο και τα δεύτερα, με τον ορισμό του χρόνου να αρχίζει να χάνει ελαφρά την σημασία του. Η μουσική έπαιζε δυνατά και απροσδιόριστα. Μάλλον δεν έλεγε και κάτι το ιδιαίτερο, αλλά η όμορφη μα και  κάπως σκοτεινή βραδιά βοηθούσε στο να την εμπλουτίζει με έναν ελαφρά θετικό ψυχισμό. Στο πεζούλι που ακουμπούσαν και σε κάποια σχετικά μικρή απόσταση από τους θαμώνες άναψαν και τα δυο ακόμα τσιγάρα. Δεν νοιάζονταν διόλου για τον υπόλοιπο κόσμο. Για την ακρίβεια υπήρχε μια αίσθηση σιγουριάς και βεβαιότητας ότι δεν έτρεχε κανένα απολύτως πρόβλημα με το να πίνουν δημόσια την φούντα τους. Και τι έγινε σκεφτόντουσαν, ένα απλό τσιγάρο μοιάζει για τον υπόλοιπο κόσμο, σιγά μην καταλάβουν. Κι όμως, ο οδηγός σε μια συγκέντρωση της προσοχής του προς τα εμπρός, ένοιωσε ότι δυο άγνωστες κοπέλες τους κοίταζαν κάπως πιο έντονα με ένα παράξενο βλέμμα, που όσο κι αν προσπάθησε δεν μπόρεσε να καταλάβει αν ήταν βλέμμα φόβου, απορίας, αηδίας, η και όλα αυτά μαζί! Σκέφτηκε όμως ότι μπορεί απλά να ήταν μια μεγεθυμένη, απατηλή εντύπωση. Ίσως η όλη παραζάλη του να χρωμάτιζε με τα πιο μελανά χρώματα μιας διεστραμμένης χρωματικής γκάμας το κέντρο των εντυπώσεων του μυαλού του, και έτσι παρόλο το ξάφνιασμα δεν έδωσε περεταίρω σημασία. Οι αισθήσεις είχαν πια παραδοθεί και οι ρυθμοί ζούσαν κάτω από δικούς τους νόμους. Τότε ο οδηγός είπε μέσα σε μια έξαρση υπέρμετρης αποφασιστικότητας «Θα στρίψω να πιούμε και άλλα τσιγάρα!» Και έτσι και έκανε. Χωρίς καλά καλά να καταλάβει πώς, γιατί ο χωρόχρονος βρισκόταν πια σε ονειρικά επίπεδα, πήρε το αμάξι πήγε στο δωμάτιο, τα έστριψε και γύρισε και πάλι πίσω. Οι ώρες είχαν καλπάσει μέσα σε αυτήν την νύχτα με μια αξιοθαύμαστη ελαφρότητα και εντυπωσιακή ταχύτητα. Μετά από αυτά τα δυο ακόμα τσιγάρα οι δυο φίλοι άρχισαν να δέχονται ανελέητα τα χτυπήματα στον τελικό τους γύρο, πάνω σε ένα νοητικά διαστρεβλωμένο ρινγκ φτιαγμένο από λουστραρισμένες πέτρες Καρύστου και καλλωπιστικά φυτά. Οι αναμνήσεις, ακόμα και οι πιο πρόσφατες, άρχιζαν σταδιακά να χάνονται μέσα σε κενά του νου που αντηχούσαν διάσπαρτα γέλια και μια γενική και αναίτια ευφορία των αισθήσεων. Παρόλα αυτά δεν είχε χαθεί ο ολοκληρωτικός έλεγχος, τουλάχιστον όχι σε βαθμό που να προβλημάτιζε πολύ. Σε κάποια στιγμή ο φίλος είπε στον οδηγό,
     -Θες ποτό?
Τα λεφτά, τουλάχιστον αυτά που είχαν επάνω τους είχαν τελειώσει, μα η περιέργεια του οδηγού δεν άργησε να ικανοποιηθεί από το αποτέλεσμα. Ο φίλος του επέστρεψε σε χρόνο μηδέν με δυο ποτήρια αγνώστου περιεχομένου και ελαφρώς μισογεμάτα! Ήταν εμφανές ότι μέσα στην ένταση της ολικής μαστούρας ο φίλος του βούταγε τα ποτά των άλλων θαμώνων και τα έφερνε. Ο οδηγός βρήκε παράτολμη μα και σπουδαία την πράξη αυτή, και ένοιωσε μια παράξενη και ζωηρή ευχάριστη έκπληξη να τον πλημυρίζει. Κάπως έτσι μετά από μερικά ακόμη κλεμμένα ποτά, μέσα σε γέλια και αδιάφορες αμφιβολίες για την πραγματική νόηση της όλης κατάστασης η νύχτα παρέδωσε τα κλειδιά στην ημέρα, με τους δυο φίλους να εξαϋλώνονται, αργά και σιωπηλά από το κλαμπ σαν πρωταγωνιστικές φιγούρες ενός ψυχεδελικού ονείρου. Χωρίς ζωντανή και αυτούσια μνήμη χρονομεταφέρθηκαν στο δωμάτιο τους για έναν πραγματικά βαρύ ύπνο. Όταν άνοιξαν τα μάτια τους τα πράγματα έμοιαζαν αλλιώς. Τα γέλια και η χθεσινή αλλοπαρμένη διάθεση μετατράπηκαν σε ένα μουντό και στεγνό σε αίσθηση πρωινό. Σύντομα ο δρόμος που οδηγούσε πίσω στην Θεσσαλονίκη θα ήταν πια η μόνη τους διαφυγή.
Μετά από μερικές ώρες σχεδόν κόντευαν να μπουν στο κέντρο της πόλης. Μαζί με το ενοχλητικό ξενέρωμα που ένιωθαν, μια μάλλον ανούσια και κουραστική συζήτηση με θέμα το φαγητό που θα έτρωγαν μέχρι το τέλος του ταξιδιού είχε ξεκινήσει. Τον φίλο του οδηγού έμοιαζε να τον είχε καταβάλει μια κάπως αγχωτική σκεψη για τα χρήματα που τους είχαν απομείνει.
     -Να πάρουμε πολλές τυρόπιτες από ένα φούρνο για να έχουμε να τρώμε, με τα λεφτά που μας έμειναν (του είπε)
Ο οδηγός δεν βρήκε καθόλου καλή αυτή την ιδέα και κατά κάποιο τρόπο η συζήτηση άρχιζε να τον εκνευρίζει επικίνδυνα. Ένοιωθε μια ακατανόητη πίεση να τον κυριεύει, καθώς τα λόγια του φίλου του μέσω της ακουστικής οδού εισχωρούσαν στον εγκέφαλο του. Σκεπτόταν, τι σκατά να κάνουμε τόσες τυρόπιτες σε όλο το ταξίδι μέσα σε τέτοια ζέστη. Καθώς είχαν φτάσει στον κεντρικό δρόμο της πόλης επάνω από την θάλασσα η υπομονή του είχε αρχίζει να εξαντλείτε ακούγοντας τον φίλο του να συνεχίζει να επιμένει. Η χτεσινοβραδινή κραιπάλη είχε αφήσει στον οδηγό πολλές ψυχολογικές εκκρεμότητες στο νευρικό του σύστημα. Τότε χωρίς να διαισθανθεί τι πρόκειται να κάνει ένοιωσε μια μικρή μα αστραπιαία έκρηξη μέσα στο κεφάλι του. Χωρίς κανένα δισταγμό έστριψε απότομα το τιμόνι αριστερά τραβώντας ταυτόχρονα το χειρόφρενο. Το αμάξι γύρισε από την άλλη μεριά της λεωφόρου μέσα σε καπνούς και στριγκλιές από τα λάστιχα. Από την απέναντι κατεύθυνση που τώρα είχαν βρεθεί, φρενάρισαν απότομα γύρω στα είκοσι αυτοκίνητα που είδαν έντρομοι το Γκολφ με τους δυο φίλους να έρχεται σχεδόν καταπάνω τους, κορνάροντας το με μανία. Ο οδηγός κάρφωσε την πρώτη ταχύτητα και σύνθλιψε το πεντάλ του γκαζιού στο πάτωμα σχεδόν τρυπώντας το. Το αμάξι ξεκόλλησε μανιασμένα με το μοτέρ να βουίζει σαν να ζούσε την πιο στερνή του ώρα.
     -Τι κάνεις? (είπε με τρεμάμενη φωνή ο φίλος του)
Ο οδηγός δεν μίλησε, προσπαθώντας μέσα στην ταραχή του να βεβαιωθεί από τον καθρέπτη ότι δεν θα είχαν πρόβλημα από κάποιον άλλον οδηγό για αυτή του την ακραία πράξη. Παίρνοντας κάποια απόσταση ασφαλείας από τα αυτοκίνητα που σίγουρα θα καταριόντουσαν και θα έβριζαν με λόγια που θα τους άξιζε και η πιο αυστηρή λογοκρισία τους δυο φίλους, έκανε δεξιά στον δρόμο που έβγαζε στην θάλασσα. Εκεί σταμάτησε στο φανάρι πίσω από δυο αυτοκίνητα. Ξαφνικά ένα όχι πολύ συνηθισμένο αυτοκίνητο, ένα παλιό σκούρο Αουντι κουπέ των αρχών του εβδομήντα, ήρθε αργά στο πλάι τους και περνώντας σταμάτησε λίγο πιο μπροστά τους. Ένας ψιλόλιγνος άντρας γύρω στα σαράντα άνοιξε την πόρτα και κατέβηκε στα σβέλτα. Με ανύποπτες κινήσεις και χωρίς κανένα βλέμμα υποψίας ήρθε στο ανοικτό παράθυρο του Γκολφ και έχωσε αιφνιδιαστικά το χέρι του προσπαθώντας να αρπάξει το κλειδί από την μίζα. Καθώς πάλευε για να το πάρει, ο οδηγός βούτηξε το χέρι του άντρα με σκοπό να τον αποτρέψει, μέσα σε μια εικόνα υπέρμετρης έντασης και πανικού. Σφίγγοντας τα δάκτυλα του άντρα είπε,
     -Άσε το κλειδί!
Μέσα σε κάποια δευτερόλεπτα ο άντρας κατάλαβε ότι δεν θα τα καταφέρει, και έτσι παρόλο που δεν μάζεψε το χέρι του από το κλειδί είπε δυνατά,
    -Τι είσαι ρε, μαστουρωμένος, χασισωμένος, τι είσαι τέλος πάντων?
Ο οδηγός με μάτια που έμοιαζαν να καίνε απλά τον κοίταζε.
Τότε ο φίλος από δίπλα φώναξε στον άντρα,
    -Άσε μας ρε φίλε, δεν είμαστε καλά!
Με αυτήν την κάπως περίεργη μα και εν τέλη ουσιαστική δήλωση, το περιστατικό απροσδόκητα ξεθύμανε, αφήνοντας την τελευταία μα και τόσο έντονη πράξη του έργου να συνοδεύει τους δυο φίλους μέχρι να πέσει η αυλαία. Τελικά δεν πήραν τυρόπιτες. Μετά από αρκετές ώρες, αργά το βράδυ έφτασαν κουρασμένοι και αμίλητοι στα σπίτια τους.