Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2014

3. ROCK & ROLL ΚΑΤΑΦΥΓΙΑ




 Ροκ εν Ρολ, γραμμένο σε φωτεινή μαρκίζα στο μυαλό μας, και λεζάντα στα ηλεκτρικά όνειρα μιας ραγισμένης ζωής και πρόχειρα κολλημένης με την νέα μαγική σουπερ κόλλα που με μια της σταγόνα σηκώνει ένα ολόκληρο Βόλβο! (Θυμάστε την διαφήμιση στο κουτί?)
Σκληροπυρηνικά ροκ κλαμπ που μεγαλώναμε πίνοντας φτηνές απομιμήσεις από σκωτσέζικο νερό της φωτιάς. Άγριες εποχές γεμάτες χάπια και σιρόπια, φτηνά υποκατάστατα αληθινών ναρκωτικών που με αυτά γέμιζαν τα κεφάλια τους και δοκίμαζαν τα όρια των ζωτικών τους οργάνων εκατοντάδες παιδιά, ψάχνοντας μάταια να ανακαλύψουν μια σκάλα που να οδηγεί στον παράδεισο.
Και η μουσική γοητευτικά ανακατεμένη, με ευλαβική όμως σειρά, σχεδόν κάθε βράδυ. Όλα περίπου τα είδη μιας αξιοπρεπέστατης παλέτας του κιθαριστικού ηχοχρώματος, ακόμα και δείγματα από πιο ιδιαίτερα ακούσματα για τότε. Και έπειτα ο χώρος, συνήθως εκεί υπήρχε πάντα μια πίστα με καθρέπτες. Έπρεπε να υπάρχουν οπωσδήποτε καθρέπτες, έτσι ώστε οι άνθρωποι που χόρευαν με μανία και αφοσίωση το αγαπημένο τους τραγούδι να καρφώνουν με τα μάτια τους την ίδια τους την ύπαρξη, σαν αυτοκτόνοι εσταυρωμένοι πάνω σε αόρατους κινούμενους σταυρούς, αυτοελέγχοντας την συνεχώς με μια αυστηρότητα εφαρμοσμένη εντελώς υποκειμενικά, εισπράττοντας μια δυνατή μα και αναίτια αυτοπεποίθηση που ήταν όμως τόσο αναγκαία για την ενίσχυση της ξεφτισμένης αυτοκρατορίας του εγώ τους.
Οι μαγαζάτορες, τα μεγάλα φτηνά αφεντικά της νυκτερινής άγριας πλευράς του δρόμου. Συνήθως μιας κοπής άνθρωποι, τόσο διαφορετικοί αλλά και ίδιοι, άλλοι σε νταραβέρια με περίστροφα και φυλακίσεις, άλλοι αυστηρές καλτ μαφιόζικες φυσιογνωμίες με αμφίβολες διαθέσεις, και άλλοι αλεξιπτωτιστές και μπερδεμένοι πάνω στο σχοινί, με την χρεοκοπία να φωτίζει κάτω στο κενό. Όλοι γνωστοί με το όνομα τους απ’τον κόσμο, για βιτρίνα και διαφήμιση μαζί, σαν σε χασάπικο ερημικού στενού στου ψειρή του 70’ δίχως κανόνες υγιεινής.
Και φυσικά τα άγρια σκαλώματα και οι τσαμπουκάδες. Παρέες με μαστουρωμένα κίνητρα από διάφορες αιτίες, με επιθετικότητα στα κόκκινα βαμμένη από φρεσκοχυμένο αίμα.
Ένα μεγάλο μπουκάλι Αμστελ που έσπαγε μεταξύ μπετοκολώνας και προσώπου με αποτέλεσμα μια μύτη να διαχωρίζετε στα δυο, κορμιά να πέφτουν πάνω στα τραπέζια αγκαλιασμένα από το μίσος καθώς γυαλιά από τα ποτήρια να χώνονται στις σάρκες, η και μαχαίρια να παίρνουνε ζωές για λόγους ανούσιας ηθικής η για γηπεδικές εσώκλειστες διενέξεις του μυαλού.
Αλλά συχνά ακόμη και στην διαδικασία του χορού καρποφορούσανε καυγάδες. Πότε με ένα απλό αλλά γενναίο σκούντημα, και πότε με κάποιες συνεχείς μικρές παρενοχλήσεις από κάποιον χαμένο στον δικό του κόσμο δίχως συναίσθηση του σώματος του.
Τις πιο βαρβάτες καταστάσεις τις αναλάμβανε το ίδιο το μαγαζί μέσα από κάποιους υπάλληλους του, που έκαναν διάφορες δουλειές και είτε χώριζαν είτε έσπρωχναν όλους τους συμπλεκόμενους προς την έξοδο για να συνεχίσουν την διένεξη τους έξω, συνήθως με τον ίδιο η και χειρότερο τρόπο, δηλαδή με ξύλο.
Και σαν να μην υπήρξε ποτέ το γεγονός την ίδια σχεδόν στιγμή οι υπόλοιποι στην πίστα συνέχιζαν κανονικά αυτήν την τόσο περίεργη ιεροτελεστική πράξη. Μπρος πίσω, μπρος πίσω, έτσι συνήθως πήγαινε ο ρυθμός μιας αυστηρά ιερής εκτόνωσης που αυτοονομαζότανε χορός. Κι όμως παρόλο την άγρια εικόνα που έβγαζαν μαγαζιά σαν και αυτά τα περισσότερα παιδιά δεν είχαν ιδιαίτερα πρόβληματα με τους θαμώνες η με τους περαστικούς ιεραποστόλους, αυτής της Ροκ εν Ρολ ειρωνικής ελευθερίας. Κάτι οι γνώριμες φάτσες και οι κοινές γνωριμίες, κάτι η συνήθεια στην επαφή με τον χώρο, φαίνετε ότι κάποιος άγραφος κώδικας είχε καρποφορήσει μέσα σε αυτές τις μεθυσμένες και ομιχλώδες νύχτες απ’τους καπνούς τσιγάρων που πότιζαν τους πνεύμονες, και απ’το παλιό μηχάνημα λαδιού που ξέρναγε στα μούτρα μας μια υγρή παχιά αιθαλομίχλη σε κάθε ύμνο που γέμιζε την πίστα. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου